«Θέλω έναν καλό καθηγητή για το παιδί μου.»
Είναι ίσως η πιο συνηθισμένη φράση που ακούμε κάθε χρόνο από γονείς.
Μια φράση που κρύβει αγωνία, ευθύνη και την ειλικρινή επιθυμία κάθε
οικογένειας να προσφέρει στο παιδί της τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για
το μέλλον του.
Και όπως συμβαίνει σε κάθε σημαντική απόφαση, η αναζήτηση ξεκινά σχεδόν
πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Ένα τηλεφώνημα σε έναν φίλο.
Μια σύσταση από έναν συγγενή.
Η γνώμη ενός συναδέλφου.
Οι αξιολογήσεις στο διαδίκτυο.
Οι εμπειρίες άλλων γονέων.
Κάποιος θα πει:
«Είναι εξαιρετικός καθηγητής.»
Κάποιος άλλος:
«Το παιδί μου πέτυχε μαζί του.»
Κάποιος τρίτος:
«Τον έχουμε χρόνια και δεν τον αλλάζουμε.»
Και κάπως έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται η τελική απόφαση.
Μέχρι εδώ όλα φαίνονται απολύτως φυσιολογικά.
Υπάρχει όμως μία «λεπτομέρεια» που σπάνια απασχολεί έναν γονέα.
Με ποια κριτήρια επιλέγει τελικά τον άνθρωπο που θα αναλάβει την εκπαίδευση
του παιδιού του;
Οι πραγματικοί λόγοι που
επηρεάζουν την απόφαση
Μετά από περισσότερες από δύο δεκαετίες καθημερινής επικοινωνίας με γονείς,
μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι οι ίδιες φράσεις επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά.
Όχι επειδή οι γονείς αδιαφορούν για την εκπαίδευση.
Αλλά επειδή είναι απολύτως φυσιολογικό να προσπαθούν πρώτα να οργανώσουν
την καθημερινότητα της οικογένειάς τους.
Σχεδόν κάθε εβδομάδα ακούω σκέψεις όπως:
«Το καλύτερο είναι όποιος έχει χρήματα να κάνει όλα τα μαθήματα ιδιαίτερα.»
«Τον γνωρίζει από την Α΄ Γυμνασίου και τα έχουν βρει. Δεν θέλω να τον
αλλάξουμε τώρα.»
«Θέλουμε όλα να γίνονται στο σπίτι. Έτσι κερδίζουμε χρόνο.»
«Δεν μπορούμε να τρέχουμε όλη μέρα. Έχει και άλλες δραστηριότητες.»
«Κάνει ήδη όλα τα άλλα μαθήματα στο σπίτι. Έτσι τελείωσε και τα Αγγλικά
του.»
«Θέλει τον καθηγητή από πάνω του.»
«Εμπιστεύομαι το παιδί μου. Εκείνο γνωρίζει καλύτερα με ποιον ταιριάζει.»
«Η κόρη μου ζητάει ιδιαίτερα γιατί και οι φίλες της κάνουν.»
«Έτσι κάναμε και με το μεγαλύτερο παιδί.»
«Αφού θα δώσω τόσα χρήματα, προτιμώ να κάνει ιδιαίτερα και να είναι στο
σπίτι.»
Καμία από αυτές τις σκέψεις δεν είναι παράλογη.
Καμία δεν δείχνει αδιαφορία.
Αντίθετα, όλες εκφράζουν έναν γονέα που προσπαθεί να κάνει το καλύτερο για
το παιδί του.
Αν όμως παρατηρήσουμε λίγο πιο προσεκτικά αυτές τις φράσεις, θα
διαπιστώσουμε κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Καμία δεν αποτελεί εκπαιδευτικό κριτήριο.
Όλες αφορούν στην καθημερινότητα.
Στην ευκολία.
Στη συνήθεια.
Στον διαθέσιμο χρόνο.
Στην ασφάλεια που δημιουργεί μια ήδη γνωστή συνεργασία.
Στη γνώμη άλλων γονέων.
Στην εμπειρία μιας άλλης οικογένειας.
Με άλλα λόγια, ενώ ο γονέας πιστεύει ότι παίρνει μια εκπαιδευτική απόφαση, στην
πραγματικότητα επηρεάζεται κυρίως από οικογενειακά και κοινωνικά κριτήρια.
Και αυτό είναι απολύτως ανθρώπινο.
Το πρόβλημα δεν είναι οι
γονείς
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι πολύ σημαντικό.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι γονείς σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο.
Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν τους έχει δείξει ποια είναι τα
εκπαιδευτικά κριτήρια που πραγματικά πρέπει να αξιολογήσουν.
Ένας γονέας δεν είναι εκπαιδευτικός.
Δεν είναι ακαδημαϊκός υπεύθυνος.
Δεν είναι υπεύθυνος σχεδιασμού προγραμμάτων σπουδών.
Δεν είναι ειδικός στην αξιολόγηση εκπαιδευτικών.
Είναι φυσικό λοιπόν να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που διαθέτει.
Την προσωπική του εμπειρία.
Την εμπειρία φίλων.
Τις συστάσεις.
Την εικόνα που σχηματίζει κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη δυσκολία.
Ο γονέας καλείται να πάρει μία από τις σημαντικότερες
εκπαιδευτικές αποφάσεις
Ας το σκεφτούμε διαφορετικά.
Σε μια μεγάλη επιχείρηση, η επιλογή ενός στελέχους δεν αφήνεται στην κρίση
του πελάτη. Την ευθύνη αυτή την αναλαμβάνει ένα εξειδικευμένο τμήμα ανθρώπινου
δυναμικού, το οποίο αξιολογεί τους υποψηφίους, εξετάζει τις γνώσεις και τις
δεξιότητές τους, παρακολουθεί την απόδοσή τους και φροντίζει για τη συνεχή
επαγγελματική τους εξέλιξη.
Ο λόγος είναι απλός. Όλοι γνωρίζουν ότι η επιλογή ενός επαγγελματία δεν
μπορεί να βασιστεί μόνο στην προσωπική εντύπωση που αφήνει μια συνάντηση.
Κι όμως, όταν πρόκειται για την εκπαίδευση ενός παιδιού, ο γονέας καλείται
συχνά να πάρει μόνος του μια αντίστοιχα απαιτητική απόφαση.
Μέσα σε μία ή δύο συναντήσεις προσπαθεί να αξιολογήσει αν ένας
εκπαιδευτικός διαθέτει την επιστημονική κατάρτιση, την εμπειρία, τη
μεθοδολογία, την οργανωτική ικανότητα και τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό που
απαιτεί ένας συγκεκριμένος στόχος, όπως οι Πανελλαδικές Εξετάσεις ή οι
εξετάσεις εισαγωγής στα Πρότυπα Σχολεία.
Αυτό όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο.
Όχι επειδή ο γονέας δεν έχει κρίση ή δεν ενδιαφέρεται για το παιδί του.
Αλλά επειδή πολλά από τα στοιχεία που καθορίζουν την ποιότητα μιας
εκπαιδευτικής προετοιμασίας δεν είναι ορατά σε μια πρώτη συνάντηση.
Ο γονέας μπορεί να αξιολογήσει τον άνθρωπο που έχει απέναντί του. Δύσκολα
όμως μπορεί να αξιολογήσει όσα βρίσκονται πίσω από αυτόν: τον τρόπο με τον
οποίο σχεδιάζεται η προετοιμασία μαθήματος, τις διαδικασίες που ακολουθούνται,
τη μεθοδολογία, την αξιολόγηση της προόδου και τη συνολική οργάνωση της
εκπαιδευτικής πορείας.
Και αυτό είναι απολύτως φυσικό.
Ο γονέας γνωρίζει καλύτερα από όλους το παιδί του. Γνωρίζει τον χαρακτήρα
του, τις δυνατότητές του, τις δυσκολίες του και τα όνειρά του. Δεν είναι όμως
υποχρεωμένος να γνωρίζει πώς σχεδιάζεται μια ολοκληρωμένη εκπαιδευτική
προετοιμασία ούτε πώς αξιολογείται η ποιότητά της.
Ακριβώς γι' αυτό, η επιλογή του τρόπου με τον οποίο θα προετοιμαστεί ένας
μαθητής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις που καλείται να πάρει μια
οικογένεια.
Και αυτό γιατί στην εκπαίδευση επενδύονται δύο πολύτιμοι πόροι που δεν
ανακτώνται εύκολα: ο χρόνος του μαθητή και οι οικονομικές θυσίες της
οικογένειας.
Αν η επιλογή δεν στηριχθεί σε σωστό εκπαιδευτικό σχεδιασμό, η απώλεια δεν
είναι μόνο οικονομική. Είναι κυρίως εκπαιδευτική. Ο χρόνος που χάθηκε δεν
επιστρέφει και, πολλές φορές, δεν μπορεί να αναπληρωθεί με περισσότερες ώρες
διδασκαλίας ή με εντατικότερους ρυθμούς λίγο πριν από τις εξετάσεις.
Γι' αυτό, η επιλογή ενός εκπαιδευτικού δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στην
εικόνα που σχηματίζουμε για τον ίδιο, αλλά και στην ποιότητα του εκπαιδευτικού
συστήματος που υποστηρίζει το έργο του.
Οι πιο σημαντικές ερωτήσεις
σχεδόν ποτέ δεν γίνονται
Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια δεν είναι οι
ερωτήσεις που κάνουν οι γονείς.
Είναι οι ερωτήσεις που σχεδόν ποτέ δεν γίνονται.
Σπάνια θα ακούσω κάποιον να με ρωτήσει:
Πώς θα εκτιμηθεί με ακρίβεια η πραγματική γνωστική κατάσταση του παιδιού
μου πριν σχεδιαστεί η προετοιμασία του;
Πώς θα εντοπιστούν οι πραγματικές του αδυναμίες αλλά και τα δυνατά του
σημεία;
Με ποια κριτήρια θα αποφασιστεί τι πραγματικά χρειάζεται να διδαχθεί και τι
όχι;
Πώς θα οργανωθεί ολόκληρη η χρονιά;
Πώς θα παρακολουθείται η πρόοδος του μαθητή;
Πότε θα αναπροσαρμοστεί ο σχεδιασμός αν διαπιστωθεί ότι κάτι δεν λειτουργεί
όπως είχε προβλεφθεί;
Πώς θα γνωρίζουμε ότι ο μαθητής βρίσκεται πραγματικά στον σωστό δρόμο για
να πετύχει τον στόχο του;
Κι όμως, αυτές είναι οι ερωτήσεις που καθορίζουν την ποιότητα μιας
εκπαιδευτικής προετοιμασίας.
Γιατί η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο καλά γίνεται το σημερινό
μάθημα.
Εξαρτάται από το πόσο σωστά έχει σχεδιαστεί ολόκληρη η εκπαιδευτική πορεία.
Ο άνθρωπος ή το εκπαιδευτικό
σύστημα;
Κάπου εδώ, σε αυτό το σημείο ίσως γεννιέται ένα ερώτημα.
Δηλαδή ο καθηγητής δεν έχει σημασία;
Φυσικά και έχει.
Ένας ικανός, έμπειρος και μεταδοτικός καθηγητής αποτελεί αναντικατάστατο
παράγοντα μιας επιτυχημένης εκπαιδευτικής πορείας.
Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι διαφορετικό.
Αρκεί ένας καλός καθηγητής από μόνος του;
Η απάντηση είναι όχι.
Γιατί ακόμη και ο πιο ικανός επαγγελματίας αποδίδει διαφορετικά όταν
εργάζεται μέσα σε ένα οργανωμένο σύστημα.
Ας το δούμε με ένα παράδειγμα
Αν επρόκειτο αύριο να υποβληθείτε σε μια δύσκολη χειρουργική επέμβαση, ποιο
θα ήταν το πρώτο σας κριτήριο;
Πιθανότατα θα αναζητούσατε έναν πολύ καλό χειρουργό.
Θα σταματούσε όμως εκεί η αναζήτησή σας;
Θα σας ήταν αδιάφορο σε ποιο νοσοκομείο εργάζεται;
Ποιες διαδικασίες ακολουθούνται;
Ποια ομάδα τον υποστηρίζει;
Ποιος ελέγχει κάθε στάδιο της επέμβασης;
Ποια πρωτόκολλα εφαρμόζονται;
Ποιος παρακολουθεί τον ασθενή πριν και μετά το χειρουργείο;
Προφανώς όχι.
Γιατί γνωρίζετε ότι ακόμη και ο καλύτερος χειρουργός δεν λειτουργεί μόνος
του.
Λειτουργεί μέσα σε έναν οργανισμό που έχει δημιουργήσει διαδικασίες ώστε η
ποιότητα να μην εξαρτάται αποκλειστικά από έναν άνθρωπο.
Το ίδιο συμβαίνει και στην εκπαίδευση.
Ένας εξαιρετικός καθηγητής είναι πολύτιμος.
Όταν όμως εργάζεται μέσα σε ένα οργανωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, η αξία του
πολλαπλασιάζεται.
Γιατί πίσω από τη διδασκαλία του βρίσκεται ένας ολόκληρος μηχανισμός που
τον υποστηρίζει καθημερινά.
Η πραγματική εξειδίκευση δεν
είναι μόνο θέμα γνώσεων
Πολλοί γονείς πιστεύουν ότι ο καλός καθηγητής είναι εκείνος που γνωρίζει
άριστα το αντικείμενό του.
Αυτό αποτελεί βασική προϋπόθεση.
Δεν αποτελεί όμως ολόκληρη την εικόνα.
Η πραγματική εξειδίκευση δεν περιορίζεται στις γνώσεις.
Περιλαμβάνει την ικανότητα να σχεδιάζει μια εκπαιδευτική πορεία.
Να εκτιμά με ακρίβεια τη γνωστική κατάσταση κάθε μαθητή.
Να αναγνωρίζει ποια γνωστικά κενά είναι ουσιαστικά και ποια δευτερεύοντα.
Να προβλέπει τις δυσκολίες που πιθανότατα θα εμφανιστούν μήνες αργότερα.
Να γνωρίζει πότε χρειάζεται εμπέδωση και πότε ο μαθητής είναι έτοιμος να
προχωρήσει.
Να διακρίνει αν μια δυσκολία οφείλεται σε ελλιπείς βάσεις, σε λανθασμένη
μελέτη ή σε ανεπαρκή εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
Καμία από αυτές τις αποφάσεις δεν λαμβάνεται τυχαία.
Αποτελούν προϊόν γνώσης, εμπειρίας και συστηματικής εκπαιδευτικής
μεθοδολογίας.
Η εμπειρία ενός οργανισμού
είναι μεγαλύτερη από την εμπειρία ενός ανθρώπου
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διαφορά που δύσκολα αντιλαμβάνεται ένας
γονέας.
Σε έναν οργανωμένο εκπαιδευτικό χώρο, οι καθηγητές δεν λειτουργούν
απομονωμένοι.
Συνεργάζονται καθημερινά.
Συζητούν πραγματικές περιπτώσεις μαθητών.
Ανταλλάσσουν εμπειρίες.
Αναλύουν δυσκολίες.
Επανασχεδιάζουν μεθόδους.
Συγκρίνουν αποτελέσματα.
Αξιολογούν συνεχώς τι λειτουργεί καλύτερα.
Η εμπειρία τους παύει να είναι ατομική.
Γίνεται συλλογική.
Κάθε δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας μαθητής μετατρέπεται σε γνώση που
μπορεί να αξιοποιηθεί και για τους επόμενους μαθητές.
Κάθε επιτυχία βελτιώνει τον τρόπο με τον οποίο θα εκπαιδευτούν οι επόμενες
γενιές μαθητών.
Αυτό είναι που δημιουργεί την εκπαιδευτική τεχνογνωσία.
Δεν είναι η εμπειρία ενός καθηγητή.
Είναι η συσσωρευμένη εμπειρία ενός ολόκληρου εκπαιδευτικού οργανισμού.
Ο σωστός σχεδιασμός προηγείται
της διδασκαλίας
Ένα ακόμη σημείο που οι περισσότεροι γονείς αγνοούν είναι ότι η ποιότητα
μιας προετοιμασίας δεν ξεκινά την ημέρα που μπαίνει ο μαθητής στην αίθουσα.
Ξεκινά πολλούς μήνες νωρίτερα.
Ξεκινά όταν σχεδιάζονται τα προγράμματα σπουδών.
Πριν ακόμη ξεκινήσει η σχολική χρονιά, πρέπει να έχουν απαντηθεί κρίσιμα
ερωτήματα.
Πόσος χρόνος απαιτείται για την ολοκλήρωση κάθε ενότητας;
Ποια σημεία της ύλης δημιουργούν διαχρονικά τις μεγαλύτερες δυσκολίες;
Πότε πρέπει να πραγματοποιηθούν οι επαναλήψεις;
Πόσος χρόνος απαιτείται για εμπέδωση;
Πότε πρέπει να γίνουν αξιολογήσεις;
Ποια περιθώρια πρέπει να προβλεφθούν για τις δυσκολίες που ενδέχεται να
εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της χρονιάς;
Αυτές οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πρόχειρα.
Ούτε βασίζονται στη διαίσθηση ενός ανθρώπου.
Αποτελούν προϊόν μελέτης, ανάλυσης και πολυετούς εμπειρίας.
Ένα πρόγραμμα σπουδών δεν
είναι το άθροισμα κάποιων ωρών
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που συναντώ όλα αυτά τα χρόνια είναι η αντίληψη
ότι ένα πρόγραμμα σπουδών αποτελεί απλώς έναν αριθμό ωρών.
Στην πραγματικότητα, πίσω από κάθε πρόγραμμα προηγείται μια εκτεταμένη
εκπαιδευτική μελέτη.
Τα προγράμματα δεν σχεδιάζονται από έναν μόνο καθηγητή.
Διαμορφώνονται από ομάδες εκπαιδευτικών που εξειδικεύονται στο ίδιο
γνωστικό αντικείμενο.
Βασίζονται στις πραγματικές ανάγκες κάθε τάξης.
Στις απαιτήσεις των εξετάσεων.
Στα λάθη που εμφανίζονται συστηματικά.
Στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές χρόνο με τον χρόνο.
Στους εκπαιδευτικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν.
Για τον λόγο αυτό, οι ώρες ενός σωστά σχεδιασμένου προγράμματος δεν είναι
ούτε τυχαίες ούτε υπερβολικές.
Είναι όσες απαιτούνται ώστε ο μαθητής να κατακτήσει ουσιαστικά τη γνώση, να
εμπεδώσει την ύλη, να αξιολογηθεί επανειλημμένα και να υπάρχει ο απαραίτητος
χρόνος για τις προσαρμογές που ενδέχεται να απαιτηθούν στην πορεία.
Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα δεν σχεδιάζεται γύρω από τις ώρες.
Οι ώρες προκύπτουν από τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό.
Περισσότερες ώρες σημαίνουν
καλύτερη προετοιμασία;
Υπάρχει μια ακόμη αντίληψη που συναντώ πολύ συχνά στις συζητήσεις με
γονείς.
«Αν χρειαστεί, θα προσθέσουμε κι άλλες ώρες.»
Ή:
«Δεν πειράζει να κάνουμε περισσότερα ιδιαίτερα. Σημασία έχει να πετύχει.»
Η σκέψη αυτή ακούγεται λογική.
Αξίζει όμως να την εξετάσουμε λίγο βαθύτερα.
Όταν, κατά τη διάρκεια μιας προετοιμασίας, προκύπτει συνεχώς η ανάγκη για
επιπλέον ώρες, είναι χρήσιμο να αναρωτηθούμε:
Γιατί δημιουργήθηκε αυτή η ανάγκη;
Οφείλεται σε νέες εκπαιδευτικές απαιτήσεις που δεν μπορούσαν να
προβλεφθούν;
Ή μήπως ο αρχικός σχεδιασμός δεν βασίστηκε σε μια ολοκληρωμένη εκτίμηση της
πραγματικής γνωστικής κατάστασης του μαθητή και των απαιτήσεων του στόχου του;
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Σε κάθε εκπαιδευτική πορεία μπορεί να προκύψουν απρόβλεπτες δυσκολίες.
Κανένα πρόγραμμα δεν μπορεί να προβλέψει τα πάντα.
Ένας μαθητής μπορεί να ασθενήσει.
Μπορεί να αντιμετωπίσει προσωπικές δυσκολίες.
Μπορεί να αλλάξει ο ρυθμός μελέτης του.
Μπορεί να παρουσιαστούν νέες εξεταστικές απαιτήσεις.
Αυτές είναι πραγματικές συνθήκες που απαιτούν προσαρμογές.
Διαφορετικό όμως είναι να προσαρμόζεται ένας σωστά σχεδιασμένος
προγραμματισμός και διαφορετικό να προσπαθεί κανείς να καλύψει στην πορεία όσα
δεν είχαν σχεδιαστεί εξαρχής.
Η ποιότητα μιας προετοιμασίας δεν αποδεικνύεται όταν προσθέτουμε συνεχώς
ώρες.
Αποδεικνύεται όταν ο αρχικός σχεδιασμός ήταν τόσο ολοκληρωμένος ώστε οι
πρόσθετες παρεμβάσεις να αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Η εκπαιδευτική προετοιμασία
δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζει
Ένα σωστά οργανωμένο πρόγραμμα σπουδών δεν δημιουργείται τον Σεπτέμβριο.
Δεν διαμορφώνεται καθώς εξελίσσεται η χρονιά.
Δεν βασίζεται στη διαίσθηση.
Πίσω από κάθε πρόγραμμα προηγείται πολύμηνη μελέτη.
Αναλύονται οι απαιτήσεις κάθε τάξης.
Οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν.
Οι δυσκολίες που παρουσιάζονται διαχρονικά.
Οι αλλαγές που προκύπτουν στις εξετάσεις.
Η απαιτούμενη σειρά διδασκαλίας.
Ο χρόνος που χρειάζεται για την εμπέδωση κάθε ενότητας.
Οι επαναλήψεις.
Οι αξιολογήσεις.
Η ανατροφοδότηση.
Αυτός ο σχεδιασμός δεν γίνεται από έναν μόνο άνθρωπο.
Αποτελεί αποτέλεσμα συνεργασίας ομάδων εκπαιδευτικών που εργάζονται
καθημερινά πάνω στο ίδιο αντικείμενο.
Η γνώση του ενός συμπληρώνει τη γνώση του άλλου.
Η εμπειρία του ενός γίνεται εμπειρία ολόκληρης της ομάδας.
Έτσι δημιουργούνται προγράμματα που δεν βασίζονται σε προσωπικές
εκτιμήσεις, αλλά στη συλλογική εκπαιδευτική εμπειρία πολλών ετών.
Το σπίτι και ο εκπαιδευτικός
οργανισμός δεν έχουν τον ίδιο ρόλο.
Συχνά οι γονείς αντιμετωπίζουν το ιδιαίτερο μάθημα και το
φροντιστήριο ως δύο ισοδύναμες εκπαιδευτικές επιλογές, θεωρώντας ότι η μοναδική
τους διαφορά είναι ο χώρος όπου πραγματοποιείται το μάθημα.Στην πραγματικότητα,
όμως, δεν διαφέρει μόνο ο χώρος. Διαφέρει ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται,
υποστηρίζεται και εξελίσσεται ολόκληρη η εκπαιδευτική διαδικασία.
Το σπίτι είναι ο φυσικός χώρος της οικογένειας.
Είναι ο χώρος της καθημερινότητας.
Της ξεκούρασης.
Της προσωπικής ζωής.
Ένας εκπαιδευτικός οργανισμός δημιουργήθηκε για έναν διαφορετικό σκοπό.
Να υπηρετεί αποκλειστικά τη μάθηση.
Εκεί όλα λειτουργούν γύρω από αυτή.
Ο σχεδιασμός.
Η αξιολόγηση.
Η συνεργασία.
Η ανταλλαγή εμπειρίας.
Η συνεχής βελτίωση των προγραμμάτων.
Η παρακολούθηση της προόδου.
Η εκπαιδευτική υποστήριξη.
Η ευθύνη λοιπόν δεν βαραίνει μόνο τον καθηγητή.
Μοιράζεται σε έναν ολόκληρο οργανισμό που εργάζεται καθημερινά με έναν
κοινό στόχο.
Την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση του μαθητή.
Τελικά, τι πρέπει να αναζητά
ένας γονέας;
Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα αυτού του άρθρου είναι, ότι ο γονέας δεν
χρειάζεται να μετατραπεί σε ειδικό της εκπαίδευσης.
Χρειάζεται όμως να γνωρίζει ποιες ερωτήσεις αξίζει να κάνει.
Πριν αποφασίσετε για τον τρόπο προετοιμασίας του παιδιού σας, αναρωτηθείτε:
- Πώς θα
εκτιμηθεί η πραγματική γνωστική κατάσταση του μαθητή πριν ξεκινήσει η
προετοιμασία;
- Υπάρχει
συγκεκριμένος εκπαιδευτικός σχεδιασμός ή θα διαμορφώνεται στην πορεία;
- Ποιος
έχει σχεδιάσει το πρόγραμμα σπουδών;
- Υπάρχει
πρόγραμμα σπουδών εντέλει;
- Βασίζεται
στην εμπειρία ενός ανθρώπου ή στη συλλογική τεχνογνωσία μιας ομάδας;
- Πώς θα
παρακολουθείται η πρόοδος του μαθητή;
- Πώς θα
εντοπίζονται έγκαιρα οι δυσκολίες;
- Πώς θα
γνωρίζουμε ότι ο μαθητής βρίσκεται στον σωστό δρόμο για να πετύχει τον
στόχο του;
- Αν
χρειαστούν αλλαγές, θα αποτελούν μέρος ενός οργανωμένου σχεδιασμού ή
αποσπασματικές λύσεις της τελευταίας στιγμής;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι κλειδιά.
Επίλογος
Η επιλογή ενός καθηγητή είναι, χωρίς αμφιβολία, μια σημαντική απόφαση.
Δεν είναι όμως η μοναδική.
Εξίσου σημαντικό είναι να αξιολογήσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα μέσα στο
οποίο εργάζεται αυτός ο καθηγητής.
Τις διαδικασίες που τον υποστηρίζουν.
Τη μεθοδολογία που ακολουθεί.
Τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και παρακολουθείται η πρόοδος κάθε
μαθητή.
Τη συνεργασία που υπάρχει πίσω από κάθε εκπαιδευτική απόφαση.
Γιατί, τελικά, η επιτυχία ενός μαθητή δεν είναι αποτέλεσμα μιας καλής
διδακτικής ώρας.
Είναι αποτέλεσμα ενός ολοκληρωμένου εκπαιδευτικού σχεδιασμού, όπου η γνώση,
η εμπειρία, η συνεργασία και η οργάνωση λειτουργούν μαζί, με έναν κοινό σκοπό.
Να προσφέρουν σε κάθε μαθητή τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για να
εξελιχθεί και να πετύχει τους στόχους του.
Μαρία Κανάκη
Δνση Σπουδών
Διαβάστε επίσης : 1. Μια Ολοκληρωμένη Εκπαιδευτική Εμπειρία
2. Φροντιστήρια Κορυδαλλός – Πειραιάς: Πώς να Επιλέξετε το Κατάλληλο